magiriscium


magiriscium
magīriscium, iī, n. (Demin. v. μάγειρος), ein kleiner Koch, Plin. 33, 157.

Ausführliches Lateinisch-deutsches Handwörterbuch von Karl Ernst Georges. 2002.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μάγειρος — και μάγερος και μάγειρας και μάγερας, ο, θηλ. μαγείρισσα και μαγέρισσα (AM μάγειρος, θηλ. μαγείρισσα, Α δωρ. τ. μάγιρος, αιολ. τ. μάγοιρος, θηλ. μαγείραινα, Μ και μάγειρας και μάγερας) αυτός που παρασκευάζει φαγητά, που έχει έργο να μαγειρεύει (α …   Dictionary of Greek

  • μαγειρίσκιον — μαγειρίσκιον, τὸ (Α) αργυρό σκεύος με ιδιάζουσα μορφή και κατασκευή. [ΕΤΥΜΟΛ. < μαγειρίσκος. Τη λ. έχει δανειστεί η λατ. (πρβλ. magiriscium «το σκεύος που χρησιμοποιεί ο μάγειρος»)] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.